Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας των τριών τελευταίων δεκαετιών στις
περισσότερες χώρες του Πρώτου και του Τρίτου κόσμου αποτελούν κοινωνική μάστιγα.
Συνδέονται με την οικονομική κρίση, που έπληξε τις οικονομικά αναπτυγμένες
χώρες στις αρχές της δεκαετίας του 70 και το μεγαλύτερο μέρος των αναπτυσσόμενων
στη συνέχεια.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 90, η ανεργία έκανε τη μεγαλοπρεπή της
εμφάνιση και στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, που μετά την κατάρρευση
των κομμουνιστικών καθεστώτων ακολούθησαν πορεία επιστροφής στον καπιταλισμό
και την αγορά. Ακόμα και σε νυν σοσιαλιστικές χώρες έχει σημειωθεί αλματώδης
αύξηση της ανεργίας. Το πιο εμφανές παράδειγμα είναι η Κίνα, που εδώ και είκοσι
χρόνια εισάγει σε ολοένα και μεγαλύτερες δόσεις την ιδιωτική επιχειρηματικότητα και
την αγορά στο οικονομικό της σύστημα, το οποίο αποκαλεί “σοσιαλισμό της αγοράς”.
Η μη αξιοποίηση των εργασιακών δυνατοτήτων των ανέργων συνεπάγεται
τεράστια απώλεια πλούτου για την κοινωνία, ενώ η έλλειψη μέσων επιβίωσης και
αξιοπρεπούς διαβίωσης οδηγεί τους ανέργους και τις οικογένειές τους στη φτώχεια και
το περιθώριο.
Οι κυβερνήσεις δεν μένουν με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά στο κοινωνικά και
πολιτικά εκρηκτικό φαινόμενο της ανεργίας. Παρεμβαίνουν χρησιμοποιώντας πολλαπλά
μέσα (μακροοικονομική πολιτική, πολιτική αγοράς εργασίας, πολιτική ανταγωνισμού).
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ
Σ’ όλα τα κοινωνικά συστήματα που έχουν υπάρξει ιστορικά έχει παρατηρηθεί
υπό-αξιοποίηση των εργασιακών δυνατοτήτων των μελών της κοινωνίας, το φαινόμενο
της ανεργίας είναι ιστορικά πολύ πρόσφατο.
Χρονολογείται από τα τέλη του 19ου αιώνα και σχετίζεται με την επέκταση της
μισθωτής εργασίας, ως απόρροια της εκβιομηχάνισης, της καταστροφής
προκαπιταλιστικών μορφών παραγωγής (οικογενειακή γεωργία, βιοτεχνία, μικρεμπόριο)
και της αστικοποίησης.
Η αναγνώριση της ανεργίας ως κοινωνικής «κατάστασης» που
είναι στατιστικά μετρήσιμη είχε ως προϋποθέσεις:
1. την εμφάνιση της σύμβασης εργασίας ως νομικής κατηγορίας στη
θέση της σύμβασης εκμίσθωσης υπηρεσιών,
2. την οριστική παύση της εργασίας και όχι την προσωρινή/εποχιακή διακοπή
της,
3. το διαχωρισμό της κατοικίας από το χώρο εργασίας,
4. την αδυναμία επιστροφής του ανέργου σε προκαπιταλιστικές δραστηριότητες
ή στην οικιακή εργασία,
5.την εμφάνιση εξειδικευμένων θεσμών (γραφεία εύρεσης εργασίας, ασφάλιση
κατά της ανεργίας), που δημιουργούν κίνητρο σε κάποιον που έχει μείνει χωρίς δουλειά
να δηλωθεί ως άνεργος και συντελούν στο να διαχωριστούν οι άνεργοι από τους αλήτες.
Τον 19ο αιώνα αλλά και μέχρι τα μέσα του 20ου παρουσιάζονται δύο ακραίες
μορφές εργασίας και ανεργίας στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες:
(α) οι γυναίκες κατ’οίκον εργαζόμενες στην κλωστοϋφαντουργία και την ένδυση, (
β) οι άνδρες
εργαζόμενοι σε μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις.
Επομένως η διακοπή της δραστηριότητας βιώνεται ως ανεργία μόνο στη δεύτερη
περίπτωση και αυτό παραμορφώνει τη στατιστική καταγραφή της ανεργίας.
ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Διάφοροι ορισµοί ανεργίας σε διάφορες χώρες της Ε.Ε., αφού υπάρχει
σηµαντική διαφοροποίηση στο πως αντιλαµβάνονται τα διάφορα κράτη την “ενεργητική
αναζήτηση εργασίας” και την χρονική διάρκεια που αυτή πρέπει να έχει.
ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Άνεργοι είναι τα πρόσωπα, τα οποία ζητούν εργασία τουλάχιστον
20 ωρών την εβδοµάδα.
ΓΑΛΛΙΑ: Άνεργοι είναι πρόσωπα που αναζητούν εργασία µόνιµη και πλήρους
απασχόλησης και είναι γραµµένοι στα αρµόδια γραφεία απασχόλησης.
ΙΤΑΛΙΑ: Ως άνεργοι ορίζονται τα πρόσωπα που είναι γραµµένα στις αρµόδιες
υπηρεσίες απασχόλησης, µε εξαίρεση τις “νοικοκυρές”, που αναζητούν εργασία.
ΟΛΛΑΝ∆ΙΑ: Άνεργοι ορίζονται τα άτοµα χωρίς εργασία, που αναζητούν να
εργαστούν πλέον των 25 ωρών την εβδοµάδα και είναι γραµµένοι στα γραφεία
απασχολήσεως του αρµόδιου Υπουργείου.
ΒΕΛΓΙΟ: Άνεργοι είναι το σύνολο των α) ανέργων που λαµβάνουν επίδοµα
ανεργίας, β)ανέργων υποχρεωτικά εγγεγραµµένων στα γραφεία Ευρέσεως Εργασίας, γ)
ατόµων που δεν εργάζονται και γράφονται προαιρετικά στα γραφεία απασχόλησης του
αρµόδιου κυβερνητικού φορέα.
ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ: Άνεργοι είναι τα πρόσωπα που ζητούν εργασία
τουλάχιστον 20 ωρών την εβδοµάδα, µέσω του γραφείου απασχολήσεως.
ΑΓΓΛΙΑ: Άνεργοι είναι οι εγγεγραµµένοι στα γραφεία απασχόλησης, οι οποίοι
ενδιαφέρονται για εργασία πέραν των 30 ωρών την εβδοµάδα.
ΕΛΛΑ∆Α: Άνεργος είναι ο υποψήφιος που έχει τέσσερις (4) τουλάχιστον µήνες
ανεργίας, ως χρόνος ανεργίας θεωρείται και ο χρόνος παρακολούθησης προγραµµάτων
επαγγελµατικής κατάρτισης του ΟΑΕ∆(ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ
ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ) νυν Δ.ΥΠΑ. , εφόσον ο υποψήφιος ήταν άνεργος τουλάχιστον επί
τετράµηνο κατά τον χρόνο ένταξης του στο πρόγραµµα. (παρ. 2 άρθρο 9
Ν3051/2002).
ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ
Κάθε οικονομία έχει ένα ορισμένο μέγεθος πληθυσμού. Για λόγους
οικονομικής ανάλυσης ο πληθυσμός διακρίνεται σε οικονομικά ενεργό και σε
οικονομικά μη ενεργό. Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός αποτελεί το εργατικό
δυναμικό της οικονομίας και περιλαμβάνει τα άτομα εκείνα τα οποία είναι ικανά προς
εργασία και ταυτόχρονα θέλουν να εργαστούν. Τα άτομα εκείνα τα οποία δεν μπορούν
να εργαστούν, για παράδειγμα, μικρά παιδιά, ηλικιωμένοι, ασθενείς, στρατιώτες κ.α.,
δεν ανήκουν στο εργατικό δυναμικό. Επίσης τα άτομα μπορούν να εργαστούν, αλλά για
διάφορους λόγους δε θέλουν, για παράδειγμα, τεμπέληδες, δεν ανήκουν στο εργατικό
δυναμικό. Συνεπώς, τα άτομα τα οποία δεν μπορούν ή δε θέλουν να εργαστούν
αποτελούν τον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό.
Το εργατικό δυναμικό χωρίζεται σε δύο κατηγορίες, σε εκείνους οι οποίοι
εργάζονται και ονομάζονται απασχολούμενοι και σε εκείνους οι οποίοι δεν εργάζονται
και είναι άνεργοι. Με βάση τις παραπάνω διακρίσεις μπορούμε να δώσουμε τους εξής
ορισμούς : Εργατικό δυναμικό είναι το σύνολο των ατόμων τα οποία μπορούν και
θέλουν να εργαστούν. Απασχολούμενοι είναι τα άτομα τα οποία εργάζονται (φυσικά εξ
ορισμού θέλουν και μπορούν να εργαστούν). Άνεργοι είναι τα άτομα τα οποία μπορούν
και θέλουν να εργαστούν, αλλά δεν μπορούν να βρουν απασχόληση. Είναι φανερό ότι
το άθροισμα των απασχολούμενων και των ανέργων είναι ίσως με το εργατικό
δυναμικό.
Στην ελληνική Έρευνα Εργατικού Δυναμικού (ΕΕΔ), που διεξάγει μία φορά το
χρόνο στη χώρα μας η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (ΕΣΥΕ), ως άνεργοι
ορίζονται τα άτομα ηλικίας 14 ετών και άνω, που συγκεντρώνουν όλες τις πιο κάτω
προϋποθέσεις:
1. Δεν εργάζονται, δηλαδή δεν εργάστηκαν ούτε μία ώρα την τελευταία πριν από την
ημέρα της έρευνας ημερολογιακή εβδομάδα ούτε είχαν μία εργασία από την οποία
απουσίαζαν προσωρινά λόγω ασθένειας, άδειας, ταξιδίου αναψυχής, απεργίας,
καιρικών συνθηκών, επισκευής μηχανημάτων ή καταστήματος κλπ..
2. Ζητούν εργασία, είτε ως μισθωτοί, είτε για να αρχίσουν μία δική τους εργασία.
3. Είναι διαθέσιμοι και μπορούν να αναλάβουν αμέσως την εργασία που τυχόν θα
έβρισκαν (μέσα σε δύο εβδομάδες).
4. Είχαν κάνει (στη διάρκεια των τεσσάρων εβδομάδων πριν από την Έρευνα) κάποιες
συγκεκριμένες ενέργειες για να βρουν εργασία (π.χ. γράφτηκαν σε Γραφεία
Απασχόλησης του ΟΑΕΔ(ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ
8 ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ), απευθύνθηκαν σε εργοδότες ή σε γνωστούς τους,
παρακολουθούσαν αγγελίες σε εφημερίδες κλπ.).
Χρειάζεται να κάνουμε κάποιες διευκρινίσεις ως προς τα παραπάνω.
Όταν λέμε ότι τα άτομα ζητούν εργασία, εννοούμε μόνο την αμειβόμενη
εργασία. Ανεργία δε σημαίνει έλλειψη εργασίας εν γένει, αλλά έλλειψη αμειβόμενης
εργασίας. Το κριτήριο της άμεσης διαθεσιμότητας προς εργασία αποκλείει από τους
ανέργους αυτούς που αναζητούν εργασία και παρακολουθούν προγράμματα κατάρτισης
ή τις ανενεργές γυναίκες με μικρά παιδιά, που δεν μπορούν να αναλάβουν μέσα σε δύο
εβδομάδες αμειβόμενη εργασία, διότι πρέπει να ρυθμίσουν το πού θα αφήνουν τα
παιδιά κατά την απουσία τους. Τέλος ο ορισμός της απασχόλησης και της ανεργίας
αποκλείουν από τους ανέργους πολλούς από αυτούς που αναγκάζονται να
απασχολούνται ευκαιριακά ή πολύ λίγες ώρες την εβδομάδα. Όταν σημαίνει να έχει
κάνει κάποιος «συγκεκριμένες ενέργειες για να βρει εργασία» ώστε να καταγραφεί ως
άνεργος, σε μία περιοχή που μαστίζεται από την ανεργία και οι ευκαιρίες απασχόλησης
είναι μηδαμινές;
Συμπεραίνουμε επομένως ότι είναι αδύνατον να μετρηθεί «αντικειμενικά» η
ανεργία, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν αυστηρά όρια μεταξύ απασχόλησης και ανεργίας,
καθώς επίσης και μεταξύ ανεργίας και ανενεργού κατάστασης. Αντίθετα υπάρχουν
επικαλύψεις μεταξύ των τριών αυτών καταστάσεων (απασχόληση, ανεργία, μη εργατικό
δυναμικό).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η ανεργία με όσα μελετήσαμε όσο μπορούσαμε πιο αναλυτικά πιο πάνω είναι ένα
οικονομικό αλλά και κοινωνικό ζήτημα.
Η εκάστοτε κοινωνία προσπαθεί με διάφορα μέτρα να μειώσει ή να καλύψει το
συγκρεκριμένο πρόβλημα. Η ανάγκη διαχείρισής της είναι σημαντική για την ποιότητα ζωής
των κατοίκων τόσο σε οικονομικό επίπεδο όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Τα μέχρι τώρα
αμφίβολα μέτρα ήταν του είδους:
• Μείωσης του εργατικού κόστους,
• Ανεξέλεγκτης επιδότησης των εργοδοτών η οποία έφτασε μέχρι και του
απαράδεκτου σημείου να καρπούται ο εργοδότης την επιδότηση και κατόπιν να
κλείνει την επιχείρησή του ή να μειώνει το προσωπικό του χωρίς να δίνει
λογαριασμό πουθενά όπως έδειξαν τα πρόσφατα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν
από τις δικές μας δυνάμεις που δρουν στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα
• Της επίσης ανεξέλεγκτης επιδότησης των εργοδοτών η οποία έφτασε μέχρι και του
να καρπούται ένας εργοδότης το επίδομα ανεργίας αυτού τον οποίο θα προσλάβει,
• Γενικευμένης εφαρμογής ελαστικών και υποβαθμισμένων μορφών απασχόλησης,
• Διευθέτησης του χρόνου εργασίας,
• Ενοικίασης των εργαζομένων,
• Ανθρώπινου δυναμικού στο Δημόσιο όπου έχουμε σήμερα μόνιμους, έκτακτους
αορίστου χρόνου, συμβασιούχους ορισμένου χρόνου, εποχιακούς, ωρομίσθιους,
έκτακτοι των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, συνεργεία και προσληφθέντες μέσω
εργολάβων, συμμετέχοντες στα 10μηνα «σεμιναριακά» προγράμματα του ΟΑΕΔ
και εργαζόμενους με σύμβαση έργου
• Γενικευμένων ιδιωτικοποιήσεων, που οδήγησαν στη συρρίκνωση της παραγωγικής
βάσης της χώρας και στην απώλεια δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας
• Επιδότησης ιδιωτικών γραφείων για σεμινάρια κατάρτισης αμφίβολης ποιότητας,
• Ας ελπίσουμε και ας ευχηθούμε στο μέλλον να ληφθούν πιο ουσιαστικά και
αποτελεσματικά μέτρα για την μείωση αυτής της μάστιγας.



